δασός

Έκταση ακαλλιέργητου εδάφους, στο οποίο αναπτύσσονται ελεύθερα δέντρα με ψηλό κορμό, σε ενώσεις με άλλες βλαστικές μορφές, όπως είναι οι θάμνοι, οι πόες και τα θαλλόφυτα, που διατάσσονται σε ορόφους και από τους οποίους ο ανώτερος συγκροτείται από τα δέντρα και ο κατώτερος από τη χλόη. Η σύνθεση των δ. εξαρτάται κυρίως από το έδαφος και από το κλίμα. Τα δ. διακρίνονται σε ορεινά δ. (έλατο κλπ.), δ. των εύκρατων περιοχών (βελανιδιά, οξιά, καστανιά κλπ.), δ. κωνοφόρων ή βελονόφυλλων (πεύκο, λάρικα, πικέα κλπ.), βροχερά δ. ή δ. του ισημερινού, παραποτάμια και ελόβια δ. (ιτιά, λεύκα, πλάτανος κλπ.) κ.ά. Διακρίνονται επίσης γενικότερα σε δ. αειθαλών δέντρων και δ. φυλλοβόλων. Στα πεδινά και στα ορεινά δ. ο υπώροφος είναι περισσότερο ή λιγότερο πλούσιος, ανάλογα με το αν το έδαφος είναι γόνιμο ή άγονο, πλούσιο σε χούμο ή φτωχό, ξηρό ή υγρό ή αν έχει πολλή σκιά. Στα υγρά δ. αφθονούν τα βρύα, οι λειχήνες και οι μύκητες. Σχεδόν όλοι οι τελευταίοι συμβιώνουν με τα φυτά του δάσους. Το δ. όχι μόνο επηρεάζεται από το κλίμα αλλά και επιδρά στον καθορισμό του. Γι’ αυτό κάθε κράτος φροντίζει, με κατάλληλες εργασίες αναδασώσεων, να μην ελαττωθεί ο δασικός του πλούτος. Έτσι, η δασοκομία, που είναι κλάδος της δασικής επιστήμης και ασχολείται με τη δημιουργία και την ανάπτυξη του δ., έχει μεγάλη σπουδαιότητα και βασικό επιστημονικό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό τον λόγο σε πολλές χώρες λειτουργούν πανεπιστημιακές δασολογικές σχολές για την κατάρτιση ειδικών επιστημόνων. Στην Ελλάδα λειτουργεί σχολή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Την προστασία των δημόσιων ελληνικών δ. έχουν αναλάβει οι δασικές υπηρεσίες του υπουργείου Γεωργίας, όργανα των οποίων είναι οι δασοφύλακες. Τα δ., διαδεδομένα απαρχής σχεδόν σε όλη τη Γη, εκτός από τις ξηρές και άγονες ζώνες καλύπτουν σήμερα απέραντες εκτάσεις που περιορίζονται όμως προοδευτικά με την αύξηση του πληθυσμού, την εξάπλωση των γεωργικών καλλιεργειών και της κτηνοτροφίας, όπου το έδαφος είναι κατάλληλο. Έτσι τα δ. εξαφανίστηκαν σιγά-σιγά και από τις εύκρατες περιοχές, ιδίως στην Ευρώπη, που είχαν τις αρχαιότερες ανθρώπινες εγκαταστάσεις, επιζούν στις ορεινές και ελώδεις περιοχές, καθώς και στις περιοχές στις οποίες άργησαν να εγκατασταθούν άνθρωποι. Οι περιοχές στις οποίες σημειώνεται η αρχαιότερη ανθρώπινη παρουσία, όπως οι χώρες της Μεσογείου, είναι από τις πιο φτωχές σε δ. Αντίθετα, πιο πλούσιες είναι οι περιοχές της κεντρικής Ευρώπης, όπου ο εποικισμός πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερη εποχή. Στις χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης και περισσότερο στη Σιβηρία, η δασική κληρονομιά έμεινε έως τις μέρες μας σχεδόν ανέπαφη και η αποψίλωση των δ. περιορίστηκε στις περιοχές γύρω από τις πόλεις και τα χωριά. Από τις πιο πλούσιες χώρες της Ευρώπης σε δ. είναι η Φιλανδία (57,7% της συνολικής εδαφικής επιφάνειας) και η Σουηδία (50,5%). Η Ελλάδα, μία από τις φτωχότερες στον τομέα αυτό χώρες της Ευρώπης, καλύπτεται από δ. σε ποσοστό 17-19%. Στην Ασία, εκτός από τη Ρωσία η οποία μαζί με το ευρωπαϊκό τμήμα καλύπτεται από δ. κατά 40,6%, πλουσιότερες σε δ. είναι οι χώρες των μουσώνων και οι τροπικές, όπως η Ιαπωνία (69%), η Ινδονησία (63,9%), η Μυανμάρ (57,5%) και το Βιετνάμ (49,8%). Στην Αφρική πρώτες σε δασική κάλυψη είναι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (47,5%) και το Καμερούν (63,2%). Στην Αμερική το προβάδισμα έχουν ο Καναδάς (44,4%), οι ΗΠΑ (32,6%), η Γουατεμάλα (49,6%), η Βρετανική Ονδούρα (26,9%), η Ονδούρα (46%), η Νικαράγουα (46,2%), η Κόστα Ρίκα (41,7%) ο Παναμάς (78%), η Δομινικανή Δημοκρατία (45,7%), η Κολομβία (45%), η Βενεζουέλα (52,6%), η Γουιάνα (85,9%), το Σουρινάμ (91%), η Βραζιλία (60,8%) και το Περού (67,7%). Στην Ωκεανία υπερτερούν σε δασική έκταση η Νέα Ζηλανδία (23,4%) και η Νέα Γουινέα. Το οικονομικό ενδιαφέρον των δ. βρίσκεται σε στενή εξάρτηση τόσο με τις φυσικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτά όσο και με τις δυνατότητες προσπέλασης και επικοινωνίας. Η μεταφορά της ξυλείας, επειδή πρόκειται για εμπόρευμα ογκώδες και σχετικά όχι πολύ ακριβό, γίνεται κατά προτίμηση από τη θάλασσα και στην ξηρά με έλκηθρα (τον χειμώνα στις ηπειρωτικές περιοχές) ή από τα ποτάμια. Υπάρχουν πολυάριθμοι τέτοιοι υδάτινοι δρόμοι, που με τη ροή τους μεταφέρουν τεράστιες ποσότητες ξυλείας. Στην παραγωγή ξυλείας (κορμοί χωρίς φλοιό), επικεφαλής των κυριότερων παραγωγών χωρών είναι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, και ακολουθούν σε σημαντική απόσταση η Βραζιλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Σουηδία, η Φιλανδία, η Γαλλία, η Πολωνία και η Γερμανία. Στην Ελλάδα οι πιο δασωμένες περιοχές είναι η Θράκη, η Μακεδονία, η ορεινή Πελοπόννησος, η ορεινή Κρήτη, η ορεινή κεντρική Στερεά και η βόρεια Εύβοια. Οι ανάγκες της χώρας σε ξυλεία ικανοποιούνται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό με εισαγωγές από το εξωτερικό και κατά το υπόλοιπο από την υλοτομία των εγχώριων δ. Η τεχνικοοικονομική διαχείριση και το νομικό καθεστώς των δ. διέπονται στην Ελλάδα από τον Δασικό Κώδικα, που προβλέπει το σύστημα του κρατικού ελέγχου και της εποπτείας, όχι μόνο για τα δημόσια δ., αλλά και για τα μη δημόσια (ιδιωτικά, δημοτικά κλπ.). Μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, όλα τα ελληνικά δ. ανήκαν στο δημόσιο. Σταδιακά όμως παραχωρήθηκε ένα μέρος σε ιδιώτες ή στις κοινότητες. Σήμερα, από το σύνολο των δ. περίπου το 63% είναι δημόσια, το 16% ιδιωτικά, το 12% δημοτικά και το υπόλοιπο 5% ανήκει σε άλλους φορείς, μοναστήρια κλπ. Το ελληνικό σύνταγμα έχει διατάξεις για την ιδιαίτερη προστασία των δ. Προβλέπει τη διατήρηση της ιδιότητας του δ. στην περίπτωση που έχει καταστραφεί και αποψιλωθεί ή πρόκειται να γίνει αυτό στο μέλλον, είτε είναι δημόσιο είτε ιδιωτικό, και επιβάλλει την υποχρεωτική κήρυξή του ως αναδασωτέο. Με αυτό τον τρόπο θέλει να προλάβει την τάση εξαφάνισης των δ. και την οικοπεδοποίησή τους από τους κερδοσκόπους. Επίσης, επιτρέπει την απαλλοτρίωση δασικής έκτασης (δημόσιας και μη) μόνο υπέρ του δημοσίου και υπό τον όρο ότι θα διατηρήσει τη δασική της μορφή. Η πολιτεία έχει επίσης υιοθετήσει μέτρα ειδικής προστασίας των δ. από τους εμπρησμούς είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια που τιμωρούνται με ιδιαίτερη αυστηρότητα. βροχερά δ. Έτσι ονομάζονται τα δ. που αναπτύσσονται σε περιοχές της Γης, οι οποίες χαρακτηρίζονται από σταθερή κατανομή της θερμοκρασίας στη διάρκεια όλου του έτους και από ετήσιο ύψος βροχής μεγαλύτερο των δύο μέτρων. Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν κυρίως στην τροπική ζώνη της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής (Αμαζονία), στη δυτική Αφρική και στην ισημερινή νοτιοανατολική Ασία και Ωκεανία (Ινδοκίνα, Ινδονησία, Νέα Γουινέα, βόρεια Αυστραλία, νησιά του Ειρηνικού). Στις περιοχές αυτές, παρά την ύπαρξη μιας διακρινόμενης εποχής έντονων βροχών, η υγρασία είναι σταθερή όλο τον χρόνο και η βλάστηση δεν χρειάζεται ιδιαίτερους προσαρμοστικούς μηχανισμούς, γεγονός που εξηγεί γιατί τα βροχερά δ. είναι τα πλουσιότερα στην επιφάνεια της Γης. Τα φυτά που τα αποτελούν έχουν διαφορετικό ύψος, με συνέπεια η βλάστηση να αποκτά μια χαρακτηριστική διάταξη σε ορόφους. Ο ανώτερος όροφος αποτελείται από γιγάντια δέντρα με ψηλούς ξυλώδεις κορμούς που, όχι σπάνια, ξεπερνούν τα 50 μ. σε ύψος, και ο κατώτερος από ποώδη φυτά που καλύπτουν το έδαφος. Κάθε όροφος αποτελείται από είδη με διαφορετικές απαιτήσεις σε νερό και φως, γιατί η πυκνή βλάστηση περιορίζει το βάθος στο οποίο φτάνει η ηλιακή ακτινοβολία και αυξάνει την υγρασία στα κατώτερα στρώματα μειώνοντας την εξάτμιση. Το περιβάλλον αυτό διευκολύνει και την ανάπτυξη πολλών παρασιτικών φυτών, αλλά και των αναρριχώμενων, που φτάνουν μέχρι την επιφάνεια του δάσους στηριγμένα πάνω στα ψηλά δέντρα. Η πανίδα των τροπικών δ. είναι εξαιρετικά πλούσια και περιλαμβάνει τεράστια ποικιλία ειδών και μεγεθών. Έντομα, αραχνοειδή, σκουλήκια, αμφίβια, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά σχηματίζουν ένα πολύπλοκο τροφικό δίκτυο, που απλώνει τη δράση του από λίγα εκατοστά κάτω από το έδαφος μέχρι την κορυφή των μεγαλύτερων δέντρων. Στο περιβάλλον αυτό ζουν και ορισμένοι μεγαλόσωμοι πίθηκοι, όπως ο γορίλας και ο χιμπαντζής στην Αφρική και ο ουραγκοτάγκος στην Ασία. δ. κωνοφόρων. Απέραντες δασικές εκτάσεις των εύκρατων περιοχών κυρίως του βόρειου ημισφαίριου, οι οποίες αποτελούνται από ελάχιστα μόνο είδη κωνοφόρων (έλατα, πεύκα, κυπαρίσσια). Τα δ. αυτά αναπτύσσονται σε περιοχές με περίπου τις ίδιες κλιματικές συνθήκες με τα εύκρατα φυλλοβόλα δ. (βλ. παρακάτω), αλλά φτάνουν σε μεγαλύτερο γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο και καταλαμβάνουν μεγαλύτερες εκτάσεις, γιατί παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή στο ψύχος. Τα βελονοειδή φύλλα τους δεν χάνουν εύκολα νερό και είναι ιδανικά για περιοχές στις οποίες το έδαφος και το νερό που περιέχει μένουν παγωμένα αρκετούς μήνες τον χρόνο. Από τα φυλλοβόλα δέντρα μόνο η σημύδα είναι ικανή να τα ανταγωνιστεί σε αντοχή. Από γεωγραφική άποψη τα δ. κωνοφόρων απλώνονται στη βόρεια Ρωσία, στη Σιβηρία, στη Σκανδιναβική χερσόνησο και στη Βόρεια Αμερική, ενώ στο νότιο ημισφαίριο είναι πολύ περιορισμένα. Το περιβάλλον αυτών των δ. είναι σκληρό για τα ζώα, που πρέπει να έχουν ιδιαίτερες ικανότητες για να επιβιώσουν στη διάρκεια του παγωμένου χειμώνα. Ορισμένα από αυτά είναι αποδημητικά (πουλιά), άλλα πέφτουν σε νάρκη τη δύσκολη περίοδο και άλλα μένουν κλεισμένα στις φωλιές τους μαζί με ένα απόθεμα τροφής, που έχουν συγκεντρώσει το καλοκαίρι. Το πιο επιβλητικό αρπακτικό των κωνοφόρων δ. είναι η αρκούδα, το ισχυρότερο σαρκοφάγο της ξηράς. Σημαντικές εκτάσεις καταλαμβάνουν τα δ. αυτά και στην Ελλάδα και σε υψόμετρα που φτάνουν τα 2.000 μ. στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας. δ. μουσώνων. Είδος τροπικών δ. το οποίο αναπτύσσεται σε περιοχές που δέχονται μεν αρκετές βροχές, αλλά σε δύο σαφώς διακρινόμενες περιόδους, μία πολύ υγρή διάρκειας 7 έως 10 μηνών και μία σχετικά ξηρή διάρκειας 3 έως 5 μηνών. Τέτοιες συνθήκες δημιουργούνται σε περιοχές που επηρεάζονται από τους μουσώνες, όπως είναι για παράδειγμα η Ινδική χερσόνησος και η ανατολική Ιάβα. Στα δ. αυτά τα δέντρα είναι γυμνά από φύλλωμα από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο και πράσινα το υπόλοιπο έτος. Όπως είναι φυσικό, η ποικιλία της χλωρίδας και της πανίδας στα δ. αυτά είναι λιγότερο πλούσια από εκείνη των βροχερών τροπικών δ. ελόβια δ. Πρόκειται για μια ειδική μορφή βροχερών δ. (βλ. παραπάνω) που θυμίζει τα μαγκρόβια δ. και αναπτύσσεται σε περιοχές οι οποίες είναι μόνιμα καλυμμένες από στάσιμα νερά. Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν σε περιοχές της Νότιας Αμερικής, κοντά στους ποταμούς Αμαζόνιο και Παρανά και στα μεγάλα νησιά της Ινδονησίας (Βόρνεο, Σουμάτρα). εύκρατα φυλλοβόλα δ. Έτσι ονομάζονται τα δ. των εύκρατων περιοχών, το κλίμα των οποίων είναι ωκεάνιο και χαρακτηρίζεται από μια αρκετά ψυχρή και μια θερμή και υγρή περίοδο. Τα δ. αυτά είναι γυμνά από φύλλα τον χειμώνα, γιατί στην περίοδο αυτή το νερό στο έδαφος είναι παγωμένο και τα δέντρα δεν μπορούν να το πάρουν με τις ρίζες τους. Η απώλεια των φύλλων έχει σκοπό να μειώσει τις απώλειες που προκαλεί η διαπνοή. Αντίθετα, την άνοιξη και το καλοκαίρι τα εύκρατα φυλλοβόλα δ. είναι πράσινα, γιατί δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα πρόσληψης νερού από το έδαφος. Η ποικιλία των δέντρων αυτών των δ. είναι μικρή και η βλάστησή τους γίνεται σε δύο ή το πολύ τρεις ορόφους διαφορετικού ύψους. Χαρακτηριστική είναι και η ποώδης βλάστηση του εδάφους με τα πολύχρωμα άνθη. Η πανίδα των εύκρατων φυλλοβόλων δ. εξαρτάται από την ήπειρο στην οποία αναπτύσσονται. Ειδικά στην Ελλάδα τα φυλλοβόλα πλατύφυλλα δ. αναπτύσσονται σε δύο ζώνες, στην υψηλότερη από τις οποίες επικρατεί η οξιά και στη χαμηλότερη η δρυς και η καστανιά. τροπικά φυλλοβόλα δ. Μορφή δ. που αναπτύσσεται σε τροπικές περιοχές (Αυστραλία, Αφρική, Βραζιλία), το κλίμα των οποίων χαρακτηρίζεται από μια ξηρή περίοδο διάρκειας 4 έως 6 μηνών και μια υγρή με ετήσιο ύψος βροχής 700 έως 1.300 χιλιοστά. Σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν βροχερά αειθαλή δ., αλλά μόνο φυλλοβόλα και λιγότερο πλούσια σε ποικιλία ειδών. Τα δέντρα που τα αποτελούν έχουν ύψος από 8 έως 20 μ. και φυτρώνουν μόνο σε έναν όροφο. Η πανίδα αυτών των δ. περιλαμβάνει αρκετά μεγαλόσωμα ζώα, γιατί τα ποώδη φυτά του εδάφους προσφέρουν άφθονη τροφή και ο σχετικά ανοιχτός χώρος διευκολύνει την κίνησή τους. Τροπικό δάσος στη Νιγηρία (φωτ. Duvelant). Υποτροπικό δάσος μεταξύ Μπαζούρστ και Σουκούτα, στην Γκάμπια. Τα δάση κωνοφόρων ή βελονόφυλλων υπάρχουν κυρίως στις εύκρατες και στις ψυχρές ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Στη φωτογραφία, δάσος πεύκων. Κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες στρέμματα δασών καταστρέφονται από πυρκαγιές, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στο οικοσύστημα. Στη φωτογραφία, κάτοικοι της Αθήνας προσπαθούν να περιορίσουν μία από τις μεγάλες πυρκαγιές της τελευταίας 20ετίας, που έχουν αποψιλώσει την Αττική από τα πευκόφυτα δάση της. Δάσος λεύκας για υλοτομία· τα δάση αυτά αναπτύσσονται σε υψόμετρο μικρότερο από 1.800 μ., σε ζώνες που έχουν μεσογειακό και εύκρατο κλίμα. Μεταφορά ξυλείας στον ποταμό Λόγκεν, στη νότια Νορβηγία. Οι υποαρκτικές περιοχές είναι πλούσιες σε δάση, τα οποία αποτελούν σημαντική πηγή εισοδήματος με την ανάπτυξη της εξαγωγής της ξυλείας.
* * *
-ά, -ό
βλ. δασύς.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.